Αναγνώστες

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Μέρος 1ο: Αλληλεπιδράσεις

του Κ.Ν. Πανταζάρα / panda@uth.gr
Προέδρου του Περιφερειακού Τμήματος Ν. Μαγνησίας
Πανελληνίου Συλλόγου Διπλωματούχων Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων

βασισμένο σε άρθρο του καθηγητή Dr Calogero Conti, Faculté Polytechnique du Mons-Belgique / calogero.conti@fpms.ac.be

Δεν περνάει ούτε μια μέρα χωρίς να ακούσει κανείς για την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και των αγορών. Η παγκοσμιοποίηση, βασιζόμενη πάνω στην εξαφάνιση κάθε εμποδίου κυκλοφορίας προϊόντων, μέσων παραγωγής και κυρίως κεφαλαίων, έχει μετατρέψει μέσα σε λίγες δεκαετίες τον πλανήτη σε ένα “χωριό” 6 δισεκατομμυρίων κατοίκων, μέσα στο οποίο οι εμπορικές συναλλαγές εντείνονται κάτω από μια φιλελεύθερη αρχή της οικονομίας της αγοράς. Η τάση της οικονομίας προς την παγκοσμιοποίηση δεν πρέπει να θεωρείται πρόσφατο φαινόμενο. Όμως η διαδικασία αυτή παρουσιάζει χαρακτηριστικά έντονης επιτάχυνσης σήμερα, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην εξάπλωση των τεχνολογιών οι οποίες υιοθετήθηκαν στους χώρους της πληροφόρησης και της επικοινωνίας. Οι νέες αυτές τεχνολογίες σβήνουν βαθμιαίως κάθε έννοια που περιορίζει τον χώρο και τον χρόνο, μέσα σ’ ένα κόσμο όπου οι κοινωνίες γίνονται όλο και πιο αλληλεξαρτημένες και οι οικονομίες δεν έχουν πλέον σύνορα. Στην αρχή της νέας χιλιετίας, η παγκοσμιοποίηση αποτελεί πιθανόν το θέμα για το οποίο εκφράζονται έντονα οι πλέον αντικρουόμενες απόψεις. Κάποιοι την θεωρούν διαδικασία ανεπίστρεπτη, θετική, ωφέλιμη και απαραίτητη για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη. Άλλοι την καταγγέλλουν για τις επιδράσεις της, προβλέποντας κοινωνική ισοπέδωση, διόγκωση των ανισοτήτων και απειλή για την εργασία και το βιοτικό επίπεδο. Ο ανταγωνισμός αυτός εμφανίζεται στα λόγια αφ’ ενός πχ. του Alain Minc (La mondialisation heureuse) και αφ’ετέρου του Riccardo Petrella σε άρθρο του στην εφημερίδα Le Monde Diplomatique. Αν για τον Alain Minc “...ο καπιταλισμός και οι νόμοι της αγοράς δεν μπορεί να μην αποδώσουν διότι συνδέονται με την φυσική κατάσταση και εξέλιξη της κοινωνίας ενώ η δημοκρατία δεν μπορεί να καλύψει την κοινωνία...”, για τον Riccardo Petrella “...η υφιστάμενη οικονομία μας κάνει να χάνουμε κάθε έννοια της κοινωνικότητας, μας κάνει να χάνουμε την έννοια του κοινού οφέλους...”. Όποια και να είναι η ευαισθησία του καθενός, πρέπει να δεχθούμε ότι η προκληθείσα “επανάσταση” από την διάδοση των τεχνολογιών της πληροφορικής και η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας επηρεάζει ολόκληρη την οικουμένη. Είναι λοιπόν επόμενο τα ωστικά κύματα τέτοιου είδους αλλαγών να γίνονται αισθητά και μέσα στο χώρο της Εκπαίδευσης και ιδιαιτέρως στο χώρο της Ανώτατης-Πανεπιστημιακής. Οι επιδράσεις που δέχεται η Εκπαίδευση από την Παγκοσμιοποίηση προέρχονται κυρίως από την αυξανόμενη προτεραιότητα που δίνεται στον ρόλο του Πανεπιστημίου και αφορά στην οικονομική ανάπτυξη με πρωταγωνιστικά χαρακτηριστικά συνδεδεμένα με:
1. Την Διεθνοποίηση του Πανεπιστημίου
2. Μία οργάνωση εμπνευσμένη από τον χώρο των επιχειρήσεων
3. Μια Ανώτατη Εκπαίδευση ευθυγραμμισμένη με τις ανάγκες της αγοράς
4. Την ενσωμάτωση στην Ανώτατη Εκπαίδευση νέων τεχνολογιών επικοινωνίας
5. Την τάση εμπορευματοποίησης της Εκπαίδευσης
Μέσα λοιπόν στα πλαίσια εμπορικών συναλλαγών που ξεπερνούν εθνικά όρια, η Παγκοσμιοποίηση εμφανίζεται σαν έντονη διεθνοποίηση των Πανεπιστημίων. Ήδη βεβαίως, τα πανεπιστήμια έχουν υπερβεί τα στενά πλαίσια των γεωγραφικών τους ορίων, προωθώντας και διαχέοντας γνώση. Αλλά, κατά την εποχή της Παγκοσμιοποίησης οφείλουν να προάγουν επίσης και την κινητικότητα προσώπων και να διευκολύνουν τους σπουδαστές να συνεχίζουν ή να τελειοποιούν ενδεχομένως τις σπουδές τους σε άλλη χώρα. Η διεθνοποίηση του Πανεπιστημίου σήμερα εντατικοποιείται. Ήδη από τον Ιούνιο του 1999 η κοινή δήλωση των Ευρωπαίων Υπουργών Παιδείας σηματοδότησε την εκκίνηση για την πορεία προς την Μπολώνια και επέφερε βαθιές αλλαγές στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Η “Μπολώνια” δημιουργεί έναν ανοικτό Ευρωπαϊκό χώρο Ανώτατης εκπαίδευσης μέσα στον οποίο φοιτητές, ερευνητές και διπλωματούχοι μπορούν να κινούνται ελεύθερα. Ο χώρος αυτός χαρακτηρίζεται από σε τρεις πυλώνες:
· Ένα σύστημα πιστώσεως και μεταφοράς μονάδων (βαθμολογίας) ECTS (European Credits and Transfert System) που επιτρέπει να μεταφέρει κανείς και να αθροίζει συνυπολογίζοντας αυτοτελή γνωστικά κεφάλαια
· Μία διάρκεια σπουδών εναρμονισμένη στο πρότυπο 3-5, δηλαδή 3 έτη για τον πρώτο κύκλο σπουδών που οδηγεί στην απόκτηση τίτλου “bachelor”, έναν κύκλο που δίνει στους αποφοίτους και τα επαγγελματικά τους δικαιώματα και 2 έτη για των δεύτερο κύκλο που αντιστοιχεί και οδηγεί στον ανώτερο τίτλο (πτυχίο-δίπλωμα)
· Προγράμματα κινητικότητας προσώπων όπως ERASMUS/SOCRATES κλπ.
Παράλληλα, μέσα στα πλαίσια μιας ανταγωνιστικότητας που εισήγαγε η παγκοσμιοποίηση, το Πανεπιστήμιο καλείται να αντιπαρατεθεί σε ένα νέο κώδικα εμπνευσμένο από έναν επαναπροσδιορισμό της Παγκόσμιας Οικονομίας και να προσαρμοσθεί στον ανταγωνισμό, την επίδοση και την απόδοση. Το Πανεπιστήμιο υπόκειται σε μια οργανωτική κουλτούρα εμπνευσμένη από τον κόσμο των επιχειρήσεων.
Στο τελικό ανακοινωθέν της συνδιάσκεψης της Πράγας τον Μάιο του 2001, οι Υπουργοί, οι υπεύθυνοι για την ανώτατη εκπαίδευση 32 Ευρωπαϊκών χωρών, υπογράμμισαν τον ζωτικό ρόλο που παίζει η αξιολόγηση της ποιότητας της εκπαίδευσης διότι μόνο αυτή επιτρέπει να εγγυηθεί υψηλό επίπεδο αναφοράς και παράλληλα διευκολύνει την συγκρισιμότητα των διπλωμάτων στην Ευρώπη.
Για πολλούς πολιτικούς ο κύριος ρόλος της εκπαίδευσης είναι να επιτρέψει στις νέες γενεές να προσαρμοστούν σ΄ αυτή την χωρίς επιστροφή παγκοσμιοποίηση με πρωταρχικό μέλημα να διαμορφωθούν νέοι ανθρώπινοι πόροι στην Υπηρεσία των Επιχειρήσεων. Τα σημάδια της εξέλιξης προς μια εκπαίδευση ευθυγραμμισμένη με την ανάγκη της αγοράς είναι υπαρκτά. Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Ιανουάριο του 2001 εμφανίζει τους 3 συγκεκριμένους κεντρικούς στόχους της εκπαίδευσης:
1. Την ανάπτυξη του ατόμου
2. Την μείωση των αδικιών και λοιπών δυσαναλογιών
3. Την ανάπτυξη της οικονομίας
Όμως, ο 3ος στόχος είναι προφανώς αυτός που ευρύτατα κυριαρχεί. Η δεοντολογία μιας εκπαίδευσης ανταποκρινόμενης στην αγορά εργασίας υπογραμμίζεται και από την Επίτροπο κα Viviane Reding υπεύθυνη για την Παιδεία και τον Πολιτισμό. Η άποψή της είναι ότι: “... η ανύψωση του επιπέδου της εκπαίδευσης και της κατάρτισης είναι σημαντική για την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας και του δυναμισμού της Ευρώπης…”.
Η διακήρυξη της Μπολώνιας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην δυνατότητα απορρόφησης αποφοίτων ΑΕΙ, γεγονός που ερμηνεύει την βούληση μιας εν συνεχεία πλήρους προσαρμογής στις επαγγελματικές διεξόδους που προσφέρει η αγορά εργασίας. Επίσης, αναδεικνύεται το ενδιαφέρον προς την αποδοτικότητα της εκπαίδευσης θεωρούμενης σαν μία σημαντική επένδυση του κοινωνικού συνόλου.
Ορισμένοι βλέπουν ότι η “Μπολώνια” δίνει συγχρόνως την ευκαιρία να αυξηθεί η παρουσία των επαγγελματικών φορέων κατά την διαδικασία επανακαθορισμού, επαναπροσδιορισμού και αναδιοργάνωσης της εκπαίδευσης.
Η Ευρωπαϊκή Στρογγυλή Τράπεζα των Βιομηχάνων (ERT) που αποτελεί ίσως το ισχυρότερο lobby εργοδοτών στην Ευρώπη δεν διστάζει να πιέζει τα εκπαιδευτικά συστήματα προς την κατεύθυνση που επιθυμεί. Δύο αποσπάσματα από πρακτικά της σαφή, ανησυχητικά και οπωσδήποτε συζητήσιμα αναφέρονται στο γεγονός ότι: “...οι καθηγητές διαθέτουν μια ανεπαρκή αντίληψη του οικονομικού περιβάλλοντος των επιχειρήσεων καθώς και της έννοιας του κέρδους-οφέλους και δεν κατανοούν ποιες είναι οι ανάγκες της βιομηχανίας... και ότι ...οι αιτίες του υψηλού δείκτη ανεργίας στην Ευρώπη πρέπει να αναζητηθούν στην ακαταλληλότητα και τον αρχαϊκό χαρακτήρα των εκπαιδευτικών συστημάτων...”.
Πολλοί αναμένουν με την Παγκοσμιοποίηση μια τάση αύξησης της ζήτησης Ανώτατης Εκπαίδευσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Όμως, υπό την σκιάν της οικονομικής ανάπτυξης ηθελημένα ορισμένοι αγνοούν συστηματικά τον βασικό ρόλο της διάχυσης της γνώσης και της ερευνητικής δραστηριότητας κατά την διαδικασία της ανάπτυξης. Η διαφαινόμενη εκρηκτική αυξητική τάση ζήτησης εκπαίδευσης μέσα στο πεδίο του χώρου και του χρόνου, εξαπλώνεται σ΄ όλες τις χώρες της υδρογείου, ακόμη και σ’ αυτές που αδυνατούν στην πράξη να χρηματοδοτήσουν ένα βιώσιμο ανώτατο εκπαιδευτικό σύστημα με επαρκείς επιδόσεις. Η δια βίου εκπαίδευση εντατικοποιείται, σαν αποτέλεσμα της ταχύτητας ανανέωσης της γνώσης στο βαθμό που γνώσεις οι οποίες αφομοιώνονται στην αρχή μιας επαγγελματικής σταδιοδρομίας θεωρούνται ξεπερασμένες και άχρηστες πολύ πριν αυτή τελειώσει. Ειδικότερα σχετικά με τις εφαρμοσμένες επιστήμες οι αριθμοί που ακολουθούν δείχνουν σαφέστατα την εικόνα της προαναφερθείσας επιτάχυνσης και την δραστική μείωση των σταθερών του χρόνου σε σχέση με την χρονική καθυστέρηση μεταξύ της εμφάνισης μίας τεχνολογικής καινοτομίας και της ευρείας χρήσης της από το παγκόσμιο αγοραστικό κοινό. Για να κατακτήσει το 1/4 της εν δυνάμει παγκόσμιας αγοράς, το αεροπλάνο περίμενε 54 χρόνια, το τηλέφωνο 35, η τηλεόραση 26, ο προσωπικός Η/Υ 15, το κινητό τηλέφωνο 13 και το δια-δίκτυο μόνον 7 χρόνια!
Παράλληλα, οι νέες τεχνολογίες στην επικοινωνία προσφέρουν στην εκπαίδευση νέες ευκαιρίες. Οι αποστάσεις και ο χρόνος μηδενίζονται και ισχυρά εργαλεία μείζονος σπουδαιότητας τίθενται στην υπηρεσία εκτός των άλλων και της εξ αποστάσεως αλλά και της δια βίου εκπαίδευσης.
Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι εκτός των άλλων η Ανωτάτη Εκπαίδευση καθίσταται μια αγορά σε φάση επέκτασης και στον βαθμό που η επέκταση αυτή δεν πρόκειται να συνοδεύεται και από ανάλογη αύξηση των δημοσίων δαπανών θα οδηγήσει σε αύξηση της προσφοράς ιδιωτικής, εμπορικού χαρακτήρα εκπαίδευσης συνεπώς σε μία τάση εμπορευματοποίησης του συγκεκριμένου αυτού αγαθού. Η παιδεία λοιπόν κινδυνεύει να εκληφθεί σαν καταναλωτικό προϊόν και η ιδιωτικοποίησή της θα μπορούσε να επιτρέπει σε ορισμένους να αποβλέπουν σε διογκωμένα οικονομικά οφέλη.
Η εκπαίδευση κατά το έτος 1995 αντιστοιχούσε σε μία “αγορά” 1500 δισ. δολαρίων (δημόσιες δαπάνες για την παιδεία σε παγκόσμιο επίπεδο), η αγορά αυτή ξεπερνά την αντίστοιχη του αυτοκινήτου. Η πλήρης απελευθέρωση της εκπαίδευσης στην παγκοσμιοποιημένη υδρόγειο βρίσκεται ήδη σε θέση εκκίνησης. Στα πλαίσια διαπραγματεύσεων του Γενικού Συμφώνου Αγοράς Υπηρεσιών (AGCS) που οφείλουν να περατωθούν κατά το τρέχον έτος (2003), η απελευθέρωση των υπηρεσιών σε πιο προχωρημένο στάδιο, βρίσκεται σε φάση συζητήσεων και σημειωτέον περιλαμβάνει και τον τομέα της εκπαίδευσης. Τέσσαρες χώρες σημαντικού ειδικού βάρους (Η.Π.Α., Ιαπωνία, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία) έχουν ήδη ταχθεί υπέρ της απελευθέρωσης των Α.Ε.Ι. Μέσα στα αιτήματά τους διακρίνονται δύο βασικές αρχές που ζητείται να γίνουν δεκτές:
· Τοπικές επιχειρήσεις να τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης με ξένες, να μην υπάρχει δυνατότητα διακρίσεων από κάθε εθνική κυβέρνηση
· Η κρατική διοίκηση να μην έχει δικαίωμα να απομακρύνει οποιαδήποτε επιχείρηση από την αγορά της
Ξεκάθαρα πια φαίνεται ότι στο μέλλον δεν θα υπάρχει καμιά διάκριση σχετική με εκπαιδευτικούς οργανισμούς κατάρτισης και εκπαίδευσης, δημόσιους ή ιδιωτικούς, εθνικούς ή ξένους. Έτσι, οποιαδήποτε κρατική επιχορήγηση είτε θα απευθύνεται προς όλους είτε δεν θα δίνεται σε κανένα.
Κάποιοι προετοιμάζουν το έδαφος για να κάνει την εμφάνισή του ένα νέο «παγκόσμιο δικαίωμα» κάθε πανεπιστημίου ή εκπαιδευτικής επιχείρησης για ισότιμη μεταχείριση σε σχέση με πανεπιστήμια ή εκπαιδευτικούς οργανισμούς τοπικού ή εθνικού χαρακτήρα και τούτο σ’ ολόκληρη την υδρόγειο σφαίρα και μάλιστα υπό την απειλή επιβολής σοβαρών ποινών σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.


Συνεχίζεται στο επόμενο: Μέρος 2ο Μια αμφιλεγόμενη εξέλιξη

Δεν υπάρχουν σχόλια: